ἐπιτροχάδην — ἐπιτροχάδη indeclform (adverb) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εκτροχάζω — ἐκτροχάζω (Α) 1. βγαίνω έξω τρέχοντας, εκτρέχω* 2. πραγματεύομαι με συντομία, διέρχομαι επιτροχάδην … Dictionary of Greek
επιδρομάδην — ἐπιδρομάδην (Α) επίρρ. 1. επιτροχάδην, πολύ γρήγορα 2. βιαστικά, απρόσεχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δρομ άδην (< δρόμος)] … Dictionary of Greek
εφοδευτικώς — ἐφοδευτικώς (Α) επίρρ. επιτροχάδην, ως εν παρόδω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμάρτυρο *εφοδευτικός (< εφοδευτής)] … Dictionary of Greek
ξεφυλλίζω — 1. αποσπώ τα φύλλα φυτού 2. φυλλομετρώ έντυπο, γυρίζω βιαστικά τα φύλλα του, διαβάζω βιβλίο επιτροχάδην. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐξεφύλλισα (βλ. λ. ξ[ε] ), αόρ. τού εκφυλλίζω με σίγηση τού αρκτ. φωνήεντος] … Dictionary of Greek
παρατρέχω — ΝΜΑ αντιπαρέρχομαι, δεν αναφέρω κάτι, παραλείπω, παραβλέπω, παρασιωπώ κάτι («παρατρέχω όλα τα επουσιώδη και έρχομαι στα πιο σημαντικά» νεοελλ. 1. ανταγωνίζομαι με κάποιον στον δρόμο, παραβγαίνω στο τρέξιμο 2. τρέχω υπερβολικά, κάνω πολλούς… … Dictionary of Greek
συνεπιτροχάζω — ΜΑ παθ. συνεπιτροχάζομαι (για λόγο) εκφωνούμαι επιτροχάδην, πολύ βιαστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐπιτροχάζω «τρέχω, καλπάζω»] … Dictionary of Greek